Online Activities, Educational Games, Quizzes, Crossword Maker

Make educational games, websites, online activities, quizzes and crosswords with Kubbu e-learning tool for teachers


Alternative content for non-flash browsers:


Ancient Greek-Vocabulary 3 (copy)

1. Ελληνίδα
Ἑλληνίς (Ἑλληνίδος), ἡ , ἔνος,-η, -ον, ἐπεί (σύνδ.), ἐρῆμος, ἐρήμη, ἐρῆμον
2. ένα είδος υποδήματος που τυλίγει το πόδι
ἐμβάς (ἐμβάδος), ἡ , εὖ (επίρρ.) , ἥδιστος, ἡδίστη, ἥδιστον (υπερθ.), ἕνεκα/ -εν (πρόθ.)
3. χτυπημένος από κεραυνό, ηλίθιος
ἐμβρόντητος, -ος, -ον , ἐξέρχομαι, ἔξεστι (απρόσ. ρήμα), ἥδομαι
4. δικός μου, δική μου, δικό μου
ἐμός, ἐμή, ἐμόν (κτητ. αντων.) , ἐξ οὗ, ἐμβάς (ἐμβάδος), ἡ , ἐπίκουρος, -ος, -ον
5. ο απέναντι, ο αντίθετος, ο αντίπαλος, ο εχθρός
ἐναντίος, -α, -ον, ἐξαπατῶ (%3cἐξαπατάω), ἐρυθρός, -ά, -όν, ἐπιθυμῶ (%3cἐπιθυμέω)
6. μέσα
ἔνδον (επίρρ.) , ἔτος (ἔτους), τό, ἡβῶ (%3cἡβάω), Ἕλλην (Ἕλληνος), ὁ
7. (με γενική) εξαιτίας κάποιου ή για χάρη κάποιου
ἕνεκα/ -εν (πρόθ.), ἔνη καὶ νέα (ἡμέρα), ἑταῖρος, ἑταίρα, ἑταῖρον, ἕως
8. εκεί, εκεί όπου, (για χρόνο) τότε, έπειτα
ἔνθα (επίρρ.), ἐῶ (%3cἐάω) , ἐσθίω, ἐνταῦθα (επίρρ.)
9. σε αυτό το μέρος, σε αυτήν την περίπτωση
ἐνθάδε (επίρρ.), ἐξελέγχω grading , ἐμός, ἐμή, ἐμόν (κτητ. αντων.) , ἐπιφέρω
10. βάζω κάτι στην καρδιά μου ή στο νου μου, σκέπτομαι
ἐνθυμοῦμαι (%3cἐνθυμέομαι, ἐπίκουρος, -ος, -ον, ἕτερος, ἑτέρα, ἕτερον , ἔνη καὶ νέα (ἡμέρα)
11. σκέφτομαι, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
ἐννοῶ (%3cἐννοέω), ἐνθάδε (επίρρ.), ἡβῶ (%3cἡβάω), ἔρχομαι
12. elearning ο περασμένος, ο περσινός,
ἔνος,-η, -ον, ἔτος (ἔτους), τό, ἐρυθρός, -ά, -όν, ἔρις (ἔριδος), ἡ
13. η παλιά και η νέα μέρα του μήνα, η τελευταία μέρα του μήνα
ἔνη καὶ νέα (ἡμέρα), Ζεύς (Διός), ὁ, ἡγοῦμαι (%3cἡγέομαι), ἥδομαι
14. εδώ
ἐνταῦθα (επίρρ.) ESL , εὑρίσκω, ἐννοῶ (%3cἐννοέω), ἥδιστος, ἡδίστη, ἥδιστον (υπερθ.)
15. (επίρρ.) μέσα
ἐντός, ἐξ ὅτου, ἐπίκουρος, -ος, -ον, ἔρις (ἔριδος), ἡ
16. assess performance από την ώρα που, από τη στιγμή που
ἐξ ὅτου, ἔτι (επίρρ.) , ἐννοῶ (%3cἐννοέω), ἐπιλανθάνομαι
17. από την ώρα που, από τη στιγμή που
ἐξ οὗ, ἔτος (ἔτους), τό, ἐπάγω αἰτίαν, ἐνθάδε (επίρρ.)
18. εξαπατώ, ξεγελώ
ἐξαπατῶ (%3cἐξαπατάω), ἐπιτήδεια, τά , ἔνη καὶ νέα (ἡμέρα), εὐφραίνομαι
19. educational games αντικρούω κά-ποιον για κάτι, καταδικάζω κάποιον ως, ελέγχω,
ἐξελέγχω, εὐθύς (επίρρ.) , ἐπισκοπῶ (%3cἐπισκοπέω), ζητῶ (%3cζητέω)
20. computer assisted language learning βγαίνω έξω φθάνω, καταλήγω, βγαίνω αληθινός
ἐξέρχομαι, ἐξελέγχω, ἥδιστος, ἡδίστη, ἥδιστον (υπερθ.), ἐπιφέρω
21. είναι δυνατόν, επιτρέπεται, μπορεί
ἔξεστι (απρόσ. ρήμα), ἐπιτάσσω elearning , ἕνεκα/ -εν (πρόθ.), ἐπιβουλεύω
22. ερευνώ, εξετάζω, επιθεωρώ, ανακρίνω
ἐξετάζω, ἔνθα (επίρρ.), Ζεύς (Διός), ὁ, ἐμβάς (ἐμβάδος), ἡ
23. η έρευνα, ο έλεγχος
ἐξέτασις (ἐξετάσεως), ἡ , εὖ (επίρρ.) , ἕτερος, ἑτέρα, ἕτερον , ἡδύς, ἡδεῖα, ἡδύ
24. στρέφω, κατευθύνω
ἐπάγω, ἑταῖρος, ἑταίρα, ἑταῖρον, ἐπιθυμῶ (%3cἐπιθυμέω), ἔνθα (επίρρ.)
25. απευθύνω κατηγορία, κατηγορώ
ἐπάγω αἰτίαν, ἔσχατος, ἐσχάτη, ἔσχατον school , ἔτι (επίρρ.) , ἔρις (ἔριδος), ἡ
26. (χρονικός) όταν, (αιτιολογικός) επειδή, αφού
ἐπεί (σύνδ.), ἐντός, εὑρίσκω, ἔτος (ἔτους), τό
27. σχεδιάζω κάτι κακό
ἐπιβουλεύω, ἕνεκα/ -εν (πρόθ.), ἐνθυμοῦμαι (%3cἐνθυμέομαι, ζῶ (%3cζήω)
28. βρίσκομαι σε έναν τόπο
ἐπιδημῶ (%3cἐπιδημέω), ἔσχατος, ἐσχάτη, ἔσχατον, ἐπάγω, ἐπεί (σύνδ.)
29. επιθυμώ, θέλω
ἐπιθυμῶ (%3cἐπιθυμέω), ἡβῶ (%3cἡβάω), ἐπιτάσσω , ἔτος (ἔτους), τό
30. βοηθός, συμπαραστάτης
ἐπίκουρος, -ος, -ον, ζητῶ (%3cζητέω), ἐμός, ἐμή, ἐμόν (κτητ. αντων.) , ἐντός
31. e-learning ξεχνώ
ἐπιλανθάνομαι, ἡδίων, ἡδίων, ἥδιον (συγκρ.), ἐπισκοπῶ (%3cἐπισκοπέω), ἐξέτασις (ἐξετάσεως), ἡ
32. online παρατηρώ, βλέπω, εξετάζω καλά, επισκέπτομαι
ἐπισκοπῶ (%3cἐπισκοπέω), ἐῶ (%3cἐάω) , ἐπιτήδεια, τά , ἔνδον (επίρρ.)
33. διατάζω
ἐπιτάσσω , ἐπιλανθάνομαι, εὐθύς (επίρρ.) , ἥδομαι
34. τα αναγκαία, τα απαραίτητα
ἐπιτήδεια, τά , ἔρχομαι, ἐπεί (σύνδ.), ἐσθίω
35. class website τοποθετώ, βάζω από πάνω, αποδίδω (κατηγορία)
ἐπιφέρω, ἐνταῦθα (επίρρ.), ἔσχατος, ἐσχάτη, ἔσχατον, ἐμβάς (ἐμβάδος), ἡ
36. ακολουθώ
ἕπομαι , ἐπάγω, ἐνθάδε (επίρρ.), ἐνθυμοῦμαι (%3cἐνθυμέομαι
37. έρημος, μόνος ο στερημένος από κάτι, ο εγκαταλειμμένος
ἐρῆμος, ἐρήμη, ἐρῆμον, ἐντός, ἐῶ (%3cἐάω) , ἐπιτήδεια, τά
38. διχογνωμία, καβγάς, διαμάχη
ἔρις (ἔριδος), ἡ, ἡγεμών (ἡγεμόνος), ὁ, ἐνταῦθα (επίρρ.), ἐπεί (σύνδ.)
39. κόκκινος
ἐρυθρός, -ά, -όν, ἐπιβουλεύω, ἥδομαι , ἐξ ὅτου
40. έρχομαι, κατευθύνομαι
ἔρχομαι, ἐπιλανθάνομαι, ἐνθυμοῦμαι (%3cἐνθυμέομαι, ἐνταῦθα (επίρρ.)
41. class web page τρώγω
ἐσθίω, ἐπιτήδεια, τά , ἐμβάς (ἐμβάδος), ἡ , ἐπιτάσσω
42. τελευταίος ο πιο απομακρυσμένος
ἔσχατος, ἐσχάτη, ἔσχατον help students assimilate material , ἐσθίω, ἐπιτάσσω , ἐπάγω αἰτίαν
43. ο σύντροφος, ο συνεργάτης, ο μαθητής, ο συνέταιρος
ἑταῖρος, ἑταίρα, ἑταῖρον, ἐπιθυμῶ (%3cἐπιθυμέω), ἔρχομαι, ἐῶ (%3cἐάω)
44. άλλος, άλλη, άλλο
ἕτερος, ἑτέρα, ἕτερον , ἐναντίος, -α, -ον, Ζεύς (Διός), ὁ, ἐπιθυμῶ (%3cἐπιθυμέω)
45. ακόμη
ἔτι (επίρρ.) , ἕνεκα/ -εν (πρόθ.), ἕως, Ζεύς (Διός), ὁ
46. το έτος
ἔτος (ἔτους), τό learning , ἐξ οὗ, ἐμός, ἐμή, ἐμόν (κτητ. αντων.) , ἐπιτάσσω
47. καλά, σωστά
εὖ (επίρρ.) , ἥδιστος, ἡδίστη, ἥδιστον (υπερθ.), ἐξαπατῶ (%3cἐξαπατάω), ἥδομαι
48. αμέσως, κατευθείαν
εὐθέως (επίρρ.) , ἐπάγω αἰτίαν, ἐνταῦθα (επίρρ.), ἐννοῶ (%3cἐννοέω)
49. active teaching αμέσως
εὐθύς (επίρρ.) , ἡβῶ (%3cἡβάω), ἐπάγω αἰτίαν, ἐπεί (σύνδ.)
50. βρίσκω, ανακαλύπτω,. επινοώ
εὑρίσκω, ζῶ (%3cζήω) , ἥδομαι , ἐπιδημῶ (%3cἐπιδημέω)
51. ευχαριστιέμαι, χαίρομαι
εὐφραίνομαι , ἐπάγω, ἕπομαι , ἡδίων, ἡδίων, ἥδιον (συγκρ.)
52. αφήνω επιτρέπω
ἐῶ (%3cἐάω) , ἐπάγω, ἡδίων, ἡδίων, ἥδιον (συγκρ.), ἐπεί (σύνδ.)
53. (σύνδ. χρονικός) μέχρι, έως ότου, (πρόθ.) μέχρι
ἕως, εὐθύς (επίρρ.) , ἐπισκοπῶ (%3cἐπισκοπέω), ἐνταῦθα (επίρρ.)
54. ο θεός Δίας
Ζεύς (Διός), ὁ, ἐρυθρός, -ά, -όν, ἔσχατος, ἐσχάτη, ἔσχατον, ἐμβρόντητος, -ος, -ον
55. ψάχνω, ερευνώ
ζητῶ (%3cζητέω), ἡβῶ (%3cἡβάω), ἐσθίω, ἔνθα (επίρρ.)
56. ζω, είμαι ακμαίος, δραστήριος, ενεργητικός
ζῶ (%3cζήω) , ἡδίων, ἡδίων, ἥδιον (συγκρ.), ἐνθυμοῦμαι (%3cἐνθυμέομαι, ἔνδον (επίρρ.)
57. είμαι στην ακμή της νεότητας, είμαι ζωντανός και ενεργητικός
ἡβῶ (%3cἡβάω), ἐξ ὅτου english , ἐναντίος, -α, -ον, ἐπιλανθάνομαι
58. online activities οδηγός, ηγέτης, διοικητής, αρχηγός,
ἡγεμών (ἡγεμόνος), ὁ, ἐπίκουρος, -ος, -ον, ἐξ οὗ, ἐξέτασις (ἐξετάσεως), ἡ
59. θεωρώ, πιστεύω, οδηγώ
ἡγοῦμαι (%3cἡγέομαι), ζῶ (%3cζήω) , ἕτερος, ἑτέρα, ἕτερον , ἐνταῦθα (επίρρ.)
60. ευχαριστιέμαι, χαίρομαι, ικανοποιούμαι
ἥδομαι , ἐῶ (%3cἐάω) , ἔνθα (επίρρ.), ἐρυθρός, -ά, -όν
61. αυτός που έχει γλυκιά γεύση, συμπαθητικός, ευχάριστος
ἡδύς, ἡδεῖα, ἡδύ, ἐξέτασις (ἐξετάσεως), ἡ , ἐναντίος, -α, -ον, ἥδιστος, ἡδίστη, ἥδιστον (υπερθ.)
62. πιο ευχάριστος
ἡδίων, ἡδίων, ἥδιον (συγκρ.), ἐξέρχομαι, ἐπισκοπῶ (%3cἐπισκοπέω), ἥδιστος, ἡδίστη, ἥδιστον (υπερθ.)
63. ο πολύ ευχάριστος
ἥδιστος, ἡδίστη, ἥδιστον (υπερθ.), ἐναντίος, -α, -ον, ἐῶ (%3cἐάω) , ἐξέρχομαι